- ξαγριεύω
- 1. μετ. приводить в ярость, разъярять;2. αμετ. 1) приходить в ярость, разъяряться; 2) зарастать травой, глохнуть (о полях и т. п.)
Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. И.П. Хориков, М.Г. Малев. 1980.
Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. И.П. Хориков, М.Г. Малев. 1980.
ξαγριεύω — και ξαγριεύγω 1. κάνω κάποιον άγριο, εξαγριώνω, εξοργίζω, εξερεθίζω 2. εξαγριώνομαι, εξοργίζομαι («τα μάτια ξαγριέψασι, καρβούνω σπίθες βγάνου», Ερωτόκρ.) 3. καταλαμβάνομαι από φόβο, αγριεύω από φόβο 4. (για αγρό) γίνομαι χέρσος, άγριος, γεμάτος… … Dictionary of Greek